info@oramaellados.gr
Κεντρικά Γραφεία Κόμματος:
2130 466 466
ΦΑΞ:
2130 466 466

Ιστορία του Πατριώτη

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΗ

 

... κάποιος άνθρωπος περπατούσε, και συνάντησε δύο γνωστούς.

  • «πού πηγαίνεις έτσι αποφασισμένος;» τον ρωτάει ο ένας.

  • «πηγαίνω να αλλάξω αυτά που δεν μου αρέσουν», του απαντάει.

  • «και πώς θα το κάνεις αυτό;»

  • «πηγαίνω να φέρω την Αναγέννηση.»

  • «μόνος σου;»

  • «ναι, και όποιον βρω καλοδεχούμενος».

 

Ο τρίτος παρακολουθεί αμέτοχος.

  • «καλά» λέει ο πρώτος, «μάλλον τρελός θα είσαι».

  • «όχι, δεν είμαι τρελός. Πατριώτης είμαι και ακολουθώ το δρόμο του χρέους μου προς την Πατρίδα».

 

Και τότε ο τρίτος ρώτησε εάν μπορεί να πάει μαζί του. Και ο οδοιπόρος απάντησε:

  • «φυσικά, αρκεί να το πιστέψεις».

 

Κι έφυγαν δίπλα δίπλα και συνέχισαν με σταθερό και σίγουρο βήμα.

...στη διάρκεια της διαδρομής φτάνουν σε κάποια περιοχή με πολύ κόσμο και διάφορα «μέσα» μεταφοράς. Τον πλησιάζουν κάποιοι και αρχίζουν τις προτάσεις και τις προσφορές για γρήγορη και ασφαλή μετάβαση στον προορισμό.

Κάποιοι ρώτησαν για πού πηγαίνουν και τους απάντησε

- «για την Αναγέννηση»,

αλλά παρόλο που δεν κατάλαβαν, έκαναν τις προτάσεις τους. Τους ρωτάει λοιπόν, εάν γνωρίζουν τί προτείνουν.

  • «όχι, αλλά κάποιο κέρδος θα έχουμε».

 

Τότε τους λέει πως για να κερδίσουν κάτι, και μάλιστα κάτι πολύ, θα πρέπει να τους ακολουθήσουν χωρίς παρακάμψεις και χορηγίες, και θα πρέπει να έχουν πίστη σε αυτό.

Οι περισσότεροι απογοητεύτηκαν από την απάντηση, μιας και έχασαν το πρόσκαιρο κέρδος. Κάποιοι όμως σάστισαν, γιατί κάτι μέσα τους φώναξε δυνατά «ξυπνάτε βρε». Και χωρίς δεύτερη σκέψη αναμείχθηκαν στο πλήθος των οδοιπόρων και έκαναν μόνο μία ερώτηση.

  • «τί είμαστε και για πού πάμε;».

  • «Πατριώτες και βαδίζουμε τον δρόμο του χρέους προς την Πατρίδα».

 

...βαδίζοντας σταθερά βρέθηκαν κάποια στιγμή ανάμεσα σε διάφορες ομάδες ανθρώπων. Ήταν κακόκεφοι, δυσαρεστημένοι, απογοητευμένοι και ενώ συζητούσαν για το τότε και το τώρα, άφηναν την εντύπωση πως κάτι περίμεναν.

Ρωτήθηκαν λοιπόν από τους οδοιπόρους τι περιμένουν, και απάντησαν:

  • «ό,τι περισσέψει και έρθει προς το μέρος μας».

 

Ξαναρώτησαν: - «υπάρχει αξιοπρέπεια και περηφάνια σε αυτά που περιμένετε;».

  • «όχι, λένε, αυτές οι πολυτέλειες μένουν ψηλά στα φίλτρα και εμείς παίρνουμε ότι περισσέψει.»

 

Ξεκινάει ο οδοιπόρος να φύγει, τον σταματούν και του λένε με ύφος:

- «πού πας, πρέπει να περιμένεις στη σειρά σου»

 

για να απαντήσει άμεσα:

  • «εκεί που πάμε δεν έχει σειρά, εκεί που πάμε οι αξίες είναι αδιαπραγμάτευτες, εκεί που πάμε δεν έχει φίλτρα. Εκείνο που πάμε να φέρουμε είναι αυτό που σε κάνει να στέκεσαι όρθιος και ίσος απέναντι σε όλα, όχι να σέρνεσαι και να παρακαλάς για περισσεύματα με ετικέτες.»

  • «Με ποιον τρόπο ρε φίλε θα γίνει αυτό;»

και φωνάζουν όλοι μαζί οι οδοιπόροι:
- «Γιατί, Έλληνας είσαι καί δόξα καί τιμή σου».

 

Και με μιας σηκώθηκαν αρκετοί από διάφορες ομάδες, πέταξαν τις ταμπέλες και τα σκουριασμένα διακριτικά και φώναξαν δυνατά με την σειρά τους:
- «Δώστε μας τα χέρια αδέρφια και πάμε, πίσω να πάρουμε αυτά που μας χρωστάνε.»

Και ενσωματώθηκαν με τους οδοιπόρους και τραγουδώντας δυνατά, συνέχισαν το ταξίδι.

...στη διαδρομή συνάντησαν διάφορες ομάδες ανθρώπων. Κάποιοι τους αγνόησαν, κάποιοι τους κορόιδεψαν, άλλοι τους πολέμησαν, αλλά και αρκετοί τους ακολούθησαν.

Τα συναισθήματα που υπήρχαν στο πλήθος των οδοιπόρων ήταν οργή, αγανάκτηση, θυμός, αλλά κανείς τους δεν τα εξέφραζε, κανείς δεν τα σχολίαζε.
Όλες οι συζητήσεις είχαν την δημιουργική έκφραση ως αντικείμενο. Καμία κατηγορία, καμία καταγγελία. Εξάλλου οι διαπιστώσεις είχανε γίνει προ πολλού και ήτανε αυτές που ενεργοποίησαν αυτήν τη δράση, χάραξαν αυτήν την πορεία.
Και οι δεξαμενές αυτών των συναισθημάτων, αντί να υπερχειλίζουν μεγάλωναν για να χωρέσουν περισσότερα. Καμία εκτόνωση, κανένα ξέσπασμα παρά μόνο προτάσεις, στήριξη και υποστήριξη.

Αυτές τις απαραίτητες δυνάμεις για να υποστηριχθεί μια Ιδέα.

... κάποια στιγμή φτάνουν σε σημείο που μπροστά τους υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό. Δεν έδειχνε να έχει εύκολη πρόσβαση και τότε κάποιοι δίστασαν.
Ακούγεται κάποιος να λέει:

  • «μην διστάζετε βρε, ο άνθρωπος και βουνά κινεί για να τα καταφέρει. Τώρα θα σταματήσουμε που πίσω από αυτό το εμπόδιο βρίσκεται το όχημα που θα εκπληρώσει τον σκοπό μας;»

 

Κάποιοι ξεκίνησαν, άλλοι παρασύρθηκαν και μερικοί βοηθήθηκαν στο ξεκίνημα της ανάβασης. Υπήρχε βεβαίως το αίσθημα του δισταγμού σε αρκετούς, αλλά οι πρώτοι, οι πιο τολμηροί φώναξαν:


- «αναγεννηθείτε και δείξτε την πυγμή σας»

και πιάνοντας το χέρι των υπολοίπων σχημάτισαν μια αλυσίδα η οποία απέκτησε και πάλι το γνωστό σταθερό και σίγουρο βήμα. Το τραγούδι επανήλθε, το ηθικό ανυψώθηκε και η κορυφή πλησίαζε.



…φτάνοντας στην κορυφή και κοιτάζοντας το πλήθος των οδοιπόρων παρατηρούσες κάτι που έκανε εντύπωση.


Κανένας δεν ξεχώριζε. Ούτε σε ύψος, ούτε σε ενδυμασία, δεν υπήρχαν διακριτικά και πρόσθετα ενίσχυσης προσωπικότητας, τα ρούχα δεν είχαν τσέπες και δεν υπήρχαν βοηθοί, αυλικοί και ετικέτες.


Ήτανε όλοι ίσοι, ίδιοι και όλοι κρατούσαν στα χέρια τους 4 σελίδες που τις διάβαζαν συνεχώς χαμηλόφωνα. Στην κορυφή που βρέθηκαν αντίκρυσαν μια πεδιάδα και μία τεράστια πύλη με φρουρούς, καθώς και διάφορες ομάδες αποτελούμενες από αξιωματούχους, ανθρώπους με γαλόνια, παράσημα, όλοι τους με ψηλά καπέλα και υπηρέτες.


Αυτές οι ομάδες κάθονταν στη μία πλευρά και τσακώνονταν μεταξύ τους. Κάτι το κοινό που είχαν και έκανε εντύπωση ήταν το γεγονός πως παρόλο που τους έβλεπε ο ήλιος δεν είχαν σκιά, αποτύπωμα, αύρα. Το μόνο που γυάλιζε ήταν τα διακριτικά τους.

Απέναντί τους, στην άλλη πλευρά, ήταν μία ομάδα, χωρίς διακριτικά και πρόσθετα, με σκιά και αύρα, αλλά τους σκέπαζε ένα σύννεφο προβληματισμού.


Στην ερώτηση, - «τί περιμένετε», απάντησαν, πως δεν βρίσκουν τρόπο να περάσουν την πύλη.

  • «Άνθρωποι καλλιεργημένοι, επιστήμονες, με γνώσεις, ευαισθησίες, αξίες δυνατές, και δεν μπορούμε να βρούμε κίνητρο, όχημα, διέξοδο.»


Έτσι αποφασίστηκε από τους οδοιπόρους, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, πως αυτή είναι η σωστή πλευρά να καθίσουν και να περιμένουν την εξαγγελία της πύλης.


... σύντομα ακούγεται μία ανακοίνωση και ανοίγει η πύλη.

 

Αυτοί που βρίσκονταν στην πλευρά με τις ετικέτες και τα ψηλά καπέλα, πλησίασαν το απέναντι πλήθος και άρχισαν να μιλάνε με όμορφα τυλιγμένα λόγια, άρχισαν να τους καλοπιάνουν, να υπόσχονται διάφορα και να πετάνε κορώνες με σκοπό να τους κάνουν ακόλουθους. Μάταια όμως.


Κανείς από το πλήθος δεν έδινε πλέον σημασία. Και κανείς από τους οδοιπόρους δεν γύρισε καν να τους κοιτάξει. Φάνταζαν τόσο μικροί χωρίς τα καπέλα και τα πρόσθετα που ήταν απαρατήρητοι σχεδόν ένα με την Γη.


Απογοητευμένοι τότε οι γαλονάδες, προχώρησαν προς την πύλη μουρμουρίζοντας, και πέρασαν μέσα. Αμέσως η είσοδος γέμισε ομίχλη, και σε πολλούς φάνταζε τρομακτική. Τότε οι παραμένοντες διανοούμενοι είπαν:


- «αυτό είναι το πρόβλημα του οποίου ψάχνουμε τη λύση». Σηκώνεται τότε ο Πατριώτης και με το γνωστό σταθερό και σίγουρο βήμα του φτάνει μπροστά στην ομίχλη, κοντοστέκεται και γυρίζει προς τους υπολοίπους:


- « Ένας προς ένας συγκεντρωθήκαμε και φτάσαμε στην πηγή. Ήρθε η ώρα να πιούμε νερό. ήρθε η ώρα να αδειάσετε την δεξαμενή της οργής, της αγανάκτησης, της απογοήτευσης. Ήρθε η ώρα της Αναγέννησης.»


και γυρίζει προς την πύλη, με δυνατή και σταθερή φωνή και λέει:

  • «με δύναμη και όραμα ελπίδας, πάμε να αλλάξουμε το μέλλον της πατρίδας, δος μου το χέρι σου αδερφέ και πάμε, πίσω να πάρουμε αυτά που μας χρωστάνε. Αναγεννήσου, δείξε την πυγμή σου, ΕΛΛΗΝΑΣ είσαι καί δόξα καί τιμή σου»

 

και επιτόπου δηλώνει στον φρουρό που φυλάει την είσοδο:
«ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΠΑΡΩΝ» ΚΑΙ Η ΟΜΙΧΛΗ ΔΙΑΛΥΘΗΚΕ Η ΜΠΑΡΑ ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΕΝΑΣ ΕΝΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ ΠΑΡΩΝ.

 

εδώ σε pdf